συνυποβολή
•
- για έγγραφατο αποτέλεσμα ή η ενέργεια του συνυποβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυποβολή (μαρτυρείται από το 1888)< συνυποβάλλω. Μορφολογικά αναλύεται σε συν + υποβολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνυποβολή | συνυποβολές |
| Γενική | συνυποβολής | συνυποβολών |
| Αιτιατική | συνυποβολή | συνυποβολές |
| Κλητική | συνυποβολή | συνυποβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →