συνώνυμος
•
- λεξικογραφίαπου έχει την ίδια, ή περίπου την ίδια, σημασία Βικιλεξικό
- Παράδειγμα συνώνυμων λέξεων: ικεσία, παράκληση, παρακάλι
- ορολογίαπου κατασημαίνει την ίδια ακριβώς έννοια Βικιλεξικό
- Παράδειγμα συνώνυμων όρων: (ηλεκτρισμός) τάση - διαφορά δυναμικού, (ιατρική) χανσενικός - λεπρός
- γενετική«συνώνυμα κωδόνια» τριάδα νουκλεοβάσεων που προσδιορίζουν ή αντιστοιχούν με το ίδιο αμινοξύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + -ώνυμος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνώνυμος | συνώνυμη | συνώνυμο |
| Γενική | συνώνυμου | συνώνυμης | συνώνυμου |
| Αιτιατική | συνώνυμο | συνώνυμη | συνώνυμο |
| Κλητική | συνώνυμε | συνώνυμη | συνώνυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνώνυμοι | συνώνυμες | συνώνυμα |
| Γενική | συνώνυμων | συνώνυμων | συνώνυμων |
| Αιτιατική | συνώνυμους | συνώνυμες | συνώνυμα |
| Κλητική | συνώνυμοι | συνώνυμες | συνώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →