συρρικνώνω
•
- κυριολεκτικάκάνω κάτι να ζαρώσει, να μαζέψει, να μικρύνει σημαντικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω, μικραίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συρρικνώνω < συρ- + αρχαία ελληνικήῥικνόομαι / ῥικνοῦμαι < ῥικνός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική resserrer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συρρικνώνω | συρρικνώνεις | συρρικνώνει | συρρικνώνουμε | συρρικνώνετε | συρρικνώνουν / συρρικνώνουνε |
| Παρατατικός | συρρίκνωνα | συρρίκνωνες | συρρίκνωνε | συρρικνώναμε | συρρικνώνατε | συρρίκνωναν / συρρικνώναν / συρρικνώνανε |
| Αόριστος | συρρίκνωσα | συρρίκνωσες | συρρίκνωσε | συρρικνώσαμε | συρρικνώσατε | συρρίκνωσαν / συρρικνώσαν / συρρικνώσανε |
| Μέλλοντας | θα συρρικνώνω / θα συρρικνώσω | θα συρρικνώνεις / θα συρρικνώσεις | θα συρρικνώνει / θα συρρικνώσει | θα συρρικνώνουμε / θα συρρικνώσουμε | θα συρρικνώνετε / θα συρρικνώσετε | θα συρρικνώνουν / θα συρρικνώνουνε / θα συρρικνώσουν / θα συρρικνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συρρικνώσει | έχεις συρρικνώσει | έχει συρρικνώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συρρικνώσει | είχες συρρικνώσει | είχε συρρικνώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συρρικνώσει / να συρρικνώνω / να συρρικνώσω | να έχεις συρρικνώσει / να συρρικνώνεις / να συρρικνώσεις | να έχει συρρικνώσει / να συρρικνώνει / να συρρικνώσει | να συρρικνώνουμε / να συρρικνώσουμε | να συρρικνώνετε / να συρρικνώσετε | να συρρικνώνουν / να συρρικνώνουνε / να συρρικνώσουν / να συρρικνώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε συρρικνωμένο / συρρίκνωνε / συρρίκνωσε | — | — | συρρικνώνετε / συρρικνώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συρρικνώθηκασυρρικνώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →