Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συρτός

/sirˈtos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χορόςπαραδοσιακός χορός με συρτά βήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συρτός < ελληνιστική κοινή συρτός < αρχαία ελληνική σύρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυρτή / συρτός / συρτόσυρτές / συρτοί / συρτά
Γενικήσυρτής / συρτού / συρτούσυρτών / συρτών / συρτών
Αιτιατικήσυρτή / συρτό / συρτόσυρτές / συρτούς / συρτά
Κλητικήσυρτή / συρτέ / συρτόσυρτές / συρτοί / συρτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συρτός

/sirˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σύρεται / σέρνεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συρτός < ελληνιστική κοινή συρτός < αρχαία ελληνική σύρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυρτόςσυρτή / συρτησυρτο / συρτό
Γενικήσυρτούσυρτήςσυρτού
Αιτιατικήσυρτόσυρτήσυρτό
Κλητικήσυρτέσυρτήσυρτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυρτοίσυρτέςσυρτά
Γενικήσυρτώνσυρτώνσυρτών
Αιτιατικήσυρτούςσυρτέςσυρτά
Κλητικήσυρτοίσυρτέςσυρτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →