συρτός
•
- χορόςπαραδοσιακός χορός με συρτά βήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συρτός < ελληνιστική κοινή συρτός < αρχαία ελληνική σύρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συρτή / συρτός / συρτό | συρτές / συρτοί / συρτά |
| Γενική | συρτής / συρτού / συρτού | συρτών / συρτών / συρτών |
| Αιτιατική | συρτή / συρτό / συρτό | συρτές / συρτούς / συρτά |
| Κλητική | συρτή / συρτέ / συρτό | συρτές / συρτοί / συρτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →