σέρνω
•
- τραβάω πίσω μου, όπως κινούμαι, κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- μετακινώ κάτι τραβώντας το ή ωθώντας το, χωρίς να το σηκώνω Βικιλεξικό
- για ζώα, βρίσκομαι σε περίοδο οίστρου. Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: σέρνομαι Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: σέρνομαι Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: σέρνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σέρνω < σύρνω < αρχαία ελληνική σύρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tuer (αναδεύω, ανακατεύω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σέρνω | σέρνεις | σέρνει | σέρνουμε | σέρνετε | σέρνουν / σέρνουνε |
| Παρατατικός | έσερνα | έσερνες | έσερνε | σέρναμε | σέρνατε | έσερναν / σέρναν / σέρνανε |
| Αόριστος | έσυρα | έσυρες | έσυρε | σύραμε | σύρατε | έσυραν / σύραν / σύρανε |
| Μέλλοντας | θα σέρνω / θα σύρω | θα σέρνεις / θα σύρεις | θα σέρνει / θα σύρει | θα σέρνουμε / θα σύρουμε | θα σέρνετε / θα σύρετε | θα σέρνουν / θα σέρνουνε / θα σύρουν / θα σύρουνε |
| Παρακείμενος | έχω σύρει | έχεις σύρει | έχει σύρει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σύρει | είχες σύρει | είχε σύρει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σύρει / να σέρνω / να σύρω | να έχεις σύρει / να σέρνεις / να σύρεις | να έχει σύρει / να σέρνει / να σύρει | να σέρνουμε / να σύρουμε | να σέρνετε / να σύρετε | να σέρνουν / να σέρνουνε / να σύρουν / να σύρουνε |
| Προστακτική | — | έχε συρμένο / σέρνε / σύρε | — | — | σέρνετε / σύρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →