συσκοτίζω
•
- κάνω πιο σκοτεινό ένα χώρο μειώνοντας το (φυσικό ή τεχνητό) φως Βικιλεξικό
- προκαλώ μπλακάουτ Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ σύγχυση, ώστε να μπερδέψω ή να παραπλανήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσκοτίζω < μεσαιωνική ελληνική συσκοτίζω < αρχαία ελληνική συσκοτάζω < σκότος (3. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obscurcir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσκοτίζω | συσκοτίζεις | συσκοτίζει | συσκοτίζουμε | συσκοτίζετε | συσκοτίζουν / συσκοτίζουνε |
| Παρατατικός | συσκότιζα | συσκότιζες | συσκότιζε | συσκοτίζαμε | συσκοτίζατε | συσκοτίζαν / συσκοτίζανε / συσκότιζαν |
| Αόριστος | συσκότισα | συσκότισες | συσκότισε | συσκοτίσαμε | συσκοτίσατε | συσκοτίσαν / συσκοτίσανε / συσκότισαν |
| Μέλλοντας | θα συσκοτίζω / θα συσκοτίσω | θα συσκοτίζεις / θα συσκοτίσεις | θα συσκοτίζει / θα συσκοτίσει | θα συσκοτίζουμε / θα συσκοτίσουμε | θα συσκοτίζετε / θα συσκοτίσετε | θα συσκοτίζουν / θα συσκοτίζουνε / θα συσκοτίσουν / θα συσκοτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσκοτίσει | έχεις συσκοτίσει | έχει συσκοτίσει | έχουμε συσκοτίσει | έχετε συσκοτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσκοτίσει | είχες συσκοτίσει | είχε συσκοτίσει | είχαμε συσκοτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσκοτίσει / να συσκοτίζω / να συσκοτίσω | να έχεις συσκοτίσει / να συσκοτίζεις / να συσκοτίσεις | να έχει συσκοτίσει / να συσκοτίζει / να συσκοτίσει | να έχουμε συσκοτίσει / να συσκοτίζουμε / να συσκοτίσουμε | να έχετε συσκοτίσει / να συσκοτίζετε / να συσκοτίσετε | να συσκοτίζουν / να συσκοτίζουνε / να συσκοτίσουν / να συσκοτίσουνε |
| Προστακτική | — | συσκότιζε / συσκότισε | — | — | συσκοτίζετε / συσκοτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →