σκότος
•
- λόγιοτο σκοτάδι, ο ζόφος Βικιλεξικό
- «Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευθεριά // σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι // της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει» (Ιωάννης Πολέμης, Το κρυφό σχολειό, τελευταίοι στίχοι)
- Πενθέας: Καί <τα όργια> αὐτά τά κάνεις νύχτα μέρα; Διόνυσος: Μᾶλλον τη νύχτα. Ἔχει σεμνότητα τό σκότος (Ευριπίδης, Βάκχες σε απόδοση Κώστα Βάρναλη)
- η κακία, ο χώρος των δυνάμεων του Κακού Βικιλεξικό
- ο άρχων του σκότους (στην ορθόδοξη εκκλ. για το Σατανά)
- ο πρίγκιπας του σκότους (ο Shakespeare (Σαίξπηρ) για το Σατανά)
Ετυμολογία
σκότος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκότος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκότος | σκότη |
| Γενική | σκότους | — |
| Αιτιατική | σκότος | σκότη |
| Κλητική | σκότος | σκότη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →