Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκότος

/ˈsko.tos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτο σκοτάδι, ο ζόφος Βικιλεξικό
    • «Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευθεριά // σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι // της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει» (Ιωάννης Πολέμης, Το κρυφό σχολειό, τελευταίοι στίχοι)
    • Πενθέας: Καί <τα όργια> αὐτά τά κάνεις νύχτα μέρα; Διόνυσος: Μᾶλλον τη νύχτα. Ἔχει σεμνότητα τό σκότος (Ευριπίδης, Βάκχες σε απόδοση Κώστα Βάρναλη)
  2. η κακία, ο χώρος των δυνάμεων του Κακού Βικιλεξικό
    • ο άρχων του σκότους (στην ορθόδοξη εκκλ. για το Σατανά)
    • ο πρίγκιπας του σκότους (ο Shakespeare (Σαίξπηρ) για το Σατανά)

Ετυμολογία

σκότος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκότος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκότοςσκότη
Γενικήσκότους—
Αιτιατικήσκότοςσκότη
Κλητικήσκότοςσκότη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →