συστάδα
•
- η πυκνή ομάδα όμοιων πραγμάτων (δέντρων ή νησιών) στην ίδια περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστάδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συστάς (από την αιτιατική συστάδα) < συ-(συν)-στα- < που ανάγεται στο συνίσταμαι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συστάδα | συστάδες |
| Γενική | συστάδας | συστάδων |
| Αιτιατική | συστάδα | συστάδες |
| Κλητική | συστάδα | συστάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →