συσταχώνω
•
- παρωχημένοβιβλιοδετώ μαζί Βικιλεξικό
- Επίσης σε έξι από τους τόμους αυτούς ο ανώνυμος Παντοκρατορινός ανακαινιστής των μέσων του 16ου αιώνα, που αναφέραμε, πρόσθεσε το κτητορικά σημείωμα της Μονής, ενίοτε δε και πίνακα περιεχομένων, ή αναπλήρωσε τμήματα του κειμένου που είχαν εκπέσει, συσταχώνοντας νέα φύλλα, εργασίες που πρέπει να έγιναντην εποχή της βιβλιοδέτησης τους. (*)
Ετυμολογία
συσταχώνω < συν- + σταχώνω < μεσαιωνική ελληνική σταχώνω < στάχυ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσταχώνω | συσταχώνεις | συσταχώνει | συσταχώνουμε | συσταχώνετε | συσταχώνουν / συσταχώνουνε |
| Παρατατικός | συστάχωνα | συστάχωνες | συστάχωνε | συσταχώναμε | συσταχώνατε | συστάχωναν / συσταχώναν / συσταχώνανε |
| Αόριστος | συστάχωσα | συστάχωσες | συστάχωσε | συσταχώσαμε | συσταχώσατε | συστάχωσαν / συσταχώσαν / συσταχώσανε |
| Μέλλοντας | θα συσταχώνω / θα συσταχώσω | θα συσταχώνεις / θα συσταχώσεις | θα συσταχώνει / θα συσταχώσει | θα συσταχώνουμε / θα συσταχώσουμε | θα συσταχώνετε / θα συσταχώσετε | θα συσταχώνουν / θα συσταχώνουνε / θα συσταχώσουν / θα συσταχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσταχώσει | έχεις συσταχώσει | έχει συσταχώσει | έχουμε συσταχώσει | έχετε συσταχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσταχώσει | είχες συσταχώσει | είχε συσταχώσει | είχαμε συσταχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσταχώσει / να συσταχώνω / να συσταχώσω | να έχεις συσταχώσει / να συσταχώνεις / να συσταχώσεις | να έχει συσταχώσει / να συσταχώνει / να συσταχώσει | να έχουμε συσταχώσει / να συσταχώνουμε / να συσταχώσουμε | να έχετε συσταχώσει / να συσταχώνετε / να συσταχώσετε | να συσταχώνουν / να συσταχώνουνε / να συσταχώσουν / να συσταχώσουνε |
| Προστακτική | — | συστάχωνε / συστάχωσε | — | — | συσταχώνετε / συσταχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →