στάχυ
•
- βοτανικήτο επάνω μέρος του βλαστού των δημητριακών που περιέχει τα σπέρματα Βικιλεξικό
- -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης, Θρακικά Χρονικά, τχ. 37 ( 1982), σελ. 76 https://www.greek-language.gr/periodika/mags/thrakika/1982/37/134317)
- ο βλαστός και το στάχυ μαζί Βικιλεξικό
- ήταν ένα χωράφι με στάχυα
- Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
- βοτανικήη ταξιανθία στάχυς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στάχυ < όψιμηελληνιστική κοινή στάχυον (ο πληθυντικός στάχυα στον Ησύχιο) < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική στάχυς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →