συστρέφω
•
- στρέφω κάτι γύρω από έναν άξονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστρέφω < αρχαία ελληνική συστρέφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συστρέφω | συστρέφεις | συστρέφει | συστρέφουμε | συστρέφετε | συστρέφουν / συστρέφουνε |
| Παρατατικός | συνέστρεφα | συνέστρεφες | συνέστρεφε | συστρέφαμε | συστρέφατε | συνέστρεφαν / συστρέφαν / συστρέφανε |
| Αόριστος | συνέστρεψα | συνέστρεψες | συνέστρεψε | συστρέψαμε | συστρέψατε | συνέστρεψαν / συστρέψαν / συστρέψανε |
| Μέλλοντας | θα συστρέφω / θα συστρέψω | θα συστρέφεις / θα συστρέψεις | θα συστρέφει / θα συστρέψει | θα συστρέφουμε / θα συστρέψουμε | θα συστρέφετε / θα συστρέψετε | θα συστρέφουν / θα συστρέφουνε / θα συστρέψουν / θα συστρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω συστρέψει | έχεις συστρέψει | έχει συστρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συστρέψει | είχες συστρέψει | είχε συστρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συστρέψει / να συστρέφω / να συστρέψω | να έχεις συστρέψει / να συστρέφεις / να συστρέψεις | να έχει συστρέψει / να συστρέφει / να συστρέψει | να συστρέφουμε / να συστρέψουμε | να συστρέφετε / να συστρέψετε | να συστρέφουν / να συστρέφουνε / να συστρέψουν / να συστρέψουνε |
| Προστακτική | — | έχε συστραμμένο / σύστρεφε / σύστρεψε | — | — | συστρέφετε / συστρέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →