στρίβω
•
- μεταβατικόστρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του Βικιλεξικό
- στρίβοντας τη βίδα προς τα δεξιά, συνήθως βιδώνει
- αμετάβατοπεριστρέφομαι Βικιλεξικό
- δεν ξέρω τι έχει το τιμόνι, προσπαθώ να το στρίψω αλλά δε στρίβει!
- αμετάβατοαλλάζω πορεία ή κατεύθυνση Βικιλεξικό
- μόλις στρίψεις αριστερά, θα δεις την πολυκατοικία
- ο οδηγός έστριψε το αυτοκίνητο κι απέφυγε τη σύγκρουση
Ετυμολογία
στρίβω < αρχαία ελληνική στρέφω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →