συστρατεύομαι
•
- ενώνω τις δυνάμεις μου, συμπαρατάσσομαι με κάποιον σε κάποιον αγώνα πολεμικό, πολιτικό, κοινωνικό, εκλογικό κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστρατεύομαι < αρχαία ελληνική συστρατεύω. Ήδη στην αρχαιότητα άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν το ρήμα στην ενεργητική φωνή και άλλοι μόνο στους μέσους τύπους του. Σήμερα το ρήμα είναι αποθετικό.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συστρατεύομαι | συστρατεύεσαι | συστρατεύεται | συστρατευόμαστε | συστρατεύεστε | συστρατεύονται |
| Παρατατικός | συστρατευόμουν / συστρατευόμουνα | συστρατευόσουν / συστρατευόσουνα | συστρατευόταν / συστρατευότανε | συστρατευόμασταν / συστρατευόμαστε | συστρατευόσασταν / συστρατευόσαστε | συστρατευόντουσαν / συστρατεύονταν |
| Αόριστος | συστρατεύτηκα | συστρατεύτηκες | συστρατεύτηκε | συστρατευτήκαμε | συστρατευτήκατε | συστρατευτήκαν / συστρατευτήκανε / συστρατεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα συστρατευτώ / θα συστρατεύομαι | θα συστρατευτείς / θα συστρατεύεσαι | θα συστρατευτεί / θα συστρατεύεται | θα συστρατευτούμε / θα συστρατευόμαστε | θα συστρατευτείτε / θα συστρατεύεστε | θα συστρατευτούν / θα συστρατευτούνε / θα συστρατεύονται |
| Παρακείμενος | έχω συστρατευτεί | έχεις συστρατευτεί | έχει συστρατευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συστρατευτεί | είχες συστρατευτεί | είχε συστρατευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συστρατευτεί / να συστρατευτώ / να συστρατεύομαι | να έχεις συστρατευτεί / να συστρατευτείς / να συστρατεύεσαι | να έχει συστρατευτεί / να συστρατευτεί / να συστρατεύεται | να συστρατευτούμε / να συστρατευόμαστε | να συστρατευτείτε / να συστρατεύεστε | να συστρατευτούν / να συστρατευτούνε / να συστρατεύονται |
| Προστακτική | — | συστρατεύου / συστρατεύσου | — | — | συστρατευτείτε / συστρατεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →