Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συστρατεύομαι

ρήμα
•
  1. ενώνω τις δυνάμεις μου, συμπαρατάσσομαι με κάποιον σε κάποιον αγώνα πολεμικό, πολιτικό, κοινωνικό, εκλογικό κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συστρατεύομαι < αρχαία ελληνική συστρατεύω. Ήδη στην αρχαιότητα άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν το ρήμα στην ενεργητική φωνή και άλλοι μόνο στους μέσους τύπους του. Σήμερα το ρήμα είναι αποθετικό.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυστρατεύομαισυστρατεύεσαισυστρατεύεταισυστρατευόμαστεσυστρατεύεστεσυστρατεύονται
Παρατατικόςσυστρατευόμουν / συστρατευόμουνασυστρατευόσουν / συστρατευόσουνασυστρατευόταν / συστρατευότανεσυστρατευόμασταν / συστρατευόμαστεσυστρατευόσασταν / συστρατευόσαστεσυστρατευόντουσαν / συστρατεύονταν
Αόριστοςσυστρατεύτηκασυστρατεύτηκεςσυστρατεύτηκεσυστρατευτήκαμεσυστρατευτήκατεσυστρατευτήκαν / συστρατευτήκανε / συστρατεύτηκαν
Μέλλονταςθα συστρατευτώ / θα συστρατεύομαιθα συστρατευτείς / θα συστρατεύεσαιθα συστρατευτεί / θα συστρατεύεταιθα συστρατευτούμε / θα συστρατευόμαστεθα συστρατευτείτε / θα συστρατεύεστεθα συστρατευτούν / θα συστρατευτούνε / θα συστρατεύονται
Παρακείμενοςέχω συστρατευτείέχεις συστρατευτείέχει συστρατευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συστρατευτείείχες συστρατευτείείχε συστρατευτεί———
Υποτακτικήνα έχω συστρατευτεί / να συστρατευτώ / να συστρατεύομαινα έχεις συστρατευτεί / να συστρατευτείς / να συστρατεύεσαινα έχει συστρατευτεί / να συστρατευτεί / να συστρατεύεταινα συστρατευτούμε / να συστρατευόμαστενα συστρατευτείτε / να συστρατεύεστενα συστρατευτούν / να συστρατευτούνε / να συστρατεύονται
Προστακτική—συστρατεύου / συστρατεύσου——συστρατευτείτε / συστρατεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →