Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσφίγγω

/siˈsfiŋ.ɡo/ρήμα
•
  1. σφίγγω και συνδέω γερά δυο πράγματα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάισχυροποιώ, δένω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσφίγγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συσφίγγω < (σύν) συ- + αρχαία ελληνική σφίγγω :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική resserrer

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Παρατατικόςσυσφιγγόμουνασυσφιγγόσουνασυσφιγγότανε—συσφιγγόσαστεσυσφιγγόντουσαν
Αόριστος—————συσφιγχτήκαν / συσφιγχτήκανε
Μέλλονταςθα συσφιγχτώθα συσφιγχτείςθα συσφιγχτείθα συσφιγχτούμεθα συσφιγχτείτεθα συσφιγχτούν / θα συσφιγχτούνε
Παρακείμενοςέχω συσφιγχτείέχεις συσφιγχτείέχει συσφιγχτείέχουμε συσφιγχτεί——
Υπερσυντέλικοςείχα συσφιγχτείείχες συσφιγχτείείχε συσφιγχτεί———
Υποτακτικήνα έχω συσφιγχτεί / να συσφιγχτώνα έχεις συσφιγχτεί / να συσφιγχτείςνα έχει συσφιγχτεί / να συσφιγχτείνα έχουμε συσφιγχτεί / να συσφιγχτούμενα συσφιγχτείτενα συσφιγχτούν / να συσφιγχτούνε
Προστακτική—συσφίγξου——συσφιγχτείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυσφίγγομαισυσφίγγεσαισυσφίγγεταισυσφιγγόμαστεσυσφίγγεστεσυσφίγγονται
Παρατατικόςσυσφιγγόμουνσυσφιγγόσουνσυσφιγγότανσυσφιγγόμασταν / συσφιγγόμαστεσυσφιγγόσαστανσυσφίγγονταν
Αόριστοςσυσφίγχτηκασυσφίγχτηκεςσυσφίγχτηκεσυσφιγχτήκαμεσυσφιγχτήκατεσυσφίγχτηκαν
Μέλλονταςθα συσφίγγομαιθα συσφίγγεσαιθα συσφίγγεταιθα συσφιγγόμαστεθα συσφίγγεστεθα συσφίγγονται
Υποτακτικήνα συσφίγγομαινα συσφίγγεσαινα συσφίγγεταινα συσφιγγόμαστενα συσφίγγεστενα συσφίγγονται
Προστακτική————συσφίγγεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →