συσφίγγω
•
- σφίγγω και συνδέω γερά δυο πράγματα Βικιλεξικό
- μεταφορικάισχυροποιώ, δένω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσφίγγω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συσφίγγω < (σύν) συ- + αρχαία ελληνική σφίγγω :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική resserrer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | συσφιγγόμουνα | συσφιγγόσουνα | συσφιγγότανε | — | συσφιγγόσαστε | συσφιγγόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | συσφιγχτήκαν / συσφιγχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα συσφιγχτώ | θα συσφιγχτείς | θα συσφιγχτεί | θα συσφιγχτούμε | θα συσφιγχτείτε | θα συσφιγχτούν / θα συσφιγχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω συσφιγχτεί | έχεις συσφιγχτεί | έχει συσφιγχτεί | έχουμε συσφιγχτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσφιγχτεί | είχες συσφιγχτεί | είχε συσφιγχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσφιγχτεί / να συσφιγχτώ | να έχεις συσφιγχτεί / να συσφιγχτείς | να έχει συσφιγχτεί / να συσφιγχτεί | να έχουμε συσφιγχτεί / να συσφιγχτούμε | να συσφιγχτείτε | να συσφιγχτούν / να συσφιγχτούνε |
| Προστακτική | — | συσφίγξου | — | — | συσφιγχτείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσφίγγομαι | συσφίγγεσαι | συσφίγγεται | συσφιγγόμαστε | συσφίγγεστε | συσφίγγονται |
| Παρατατικός | συσφιγγόμουν | συσφιγγόσουν | συσφιγγόταν | συσφιγγόμασταν / συσφιγγόμαστε | συσφιγγόσασταν | συσφίγγονταν |
| Αόριστος | συσφίγχτηκα | συσφίγχτηκες | συσφίγχτηκε | συσφιγχτήκαμε | συσφιγχτήκατε | συσφίγχτηκαν |
| Μέλλοντας | θα συσφίγγομαι | θα συσφίγγεσαι | θα συσφίγγεται | θα συσφιγγόμαστε | θα συσφίγγεστε | θα συσφίγγονται |
| Υποτακτική | να συσφίγγομαι | να συσφίγγεσαι | να συσφίγγεται | να συσφιγγόμαστε | να συσφίγγεστε | να συσφίγγονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | συσφίγγεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →