Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύσφιξη

/ˈsi.sfi.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συσφίγγω Βικιλεξικό
  2. το σφίξιμο με το οποίο συνδέονται γερά δυο πράγματα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ισχυροποίηση, το δέσιμο Βικιλεξικό
  4. μετεωρολογίατο συνεσφιγμένο μέτωπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύσφιξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύσφιγξις με αποβολή του [ŋ] πριν απο [g] + -ση (→ δείτε τη λέξη σύσφιγξη) < συσφίγγω < σύν (σύ-) + αρχαία ελληνική σφίγγω : (μεταφορική έννοια) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική resserrement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύσφιξησυσφίξεις
Γενικήσύσφιξηςσυσφίξεων
Αιτιατικήσύσφιξησυσφίξεις
Κλητικήσύσφιξησυσφίξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →