Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συσχετικός

/si.sçe.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι σε αμοιβαία σχέση με κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συσχετικός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική corrélatif. Αναλύεται σε (συν-) συ- + σχετ(ίζω) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσχετικόςσυσχετικήσυσχετικό
Γενικήσυσχετικούσυσχετικήςσυσχετικού
Αιτιατικήσυσχετικόσυσχετικήσυσχετικό
Κλητικήσυσχετικέσυσχετικήσυσχετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυσχετικοίσυσχετικέςσυσχετικά
Γενικήσυσχετικώνσυσχετικώνσυσχετικών
Αιτιατικήσυσχετικούςσυσχετικέςσυσχετικά
Κλητικήσυσχετικοίσυσχετικέςσυσχετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →