συσχετίζω
•
- υποθέτω ή δείχνω ή φανερώνω την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ δύο στοιχείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συσχετίζω < (μαρτυρείται από το 1854) (συν-) συ- + σχετίζω (σχέση + -ίζω), (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική corréler
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συσχετίζω | συσχετίζεις | συσχετίζει | συσχετίζουμε | συσχετίζετε | συσχετίζουν / συσχετίζουνε |
| Παρατατικός | συσχέτιζα | συσχέτιζες | συσχέτιζε | συσχετίζαμε | συσχετίζατε | συσχέτιζαν / συσχετίζαν / συσχετίζανε |
| Αόριστος | συσχέτισα | συσχέτισες | συσχέτισε | συσχετίσαμε | συσχετίσατε | συσχέτισαν / συσχετίσαν / συσχετίσανε |
| Μέλλοντας | θα συσχετίζω / θα συσχετίσω | θα συσχετίζεις / θα συσχετίσεις | θα συσχετίζει / θα συσχετίσει | θα συσχετίζουμε / θα συσχετίσουμε | θα συσχετίζετε / θα συσχετίσετε | θα συσχετίζουν / θα συσχετίζουνε / θα συσχετίσουν / θα συσχετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συσχετίσει | έχεις συσχετίσει | έχει συσχετίσει | έχουμε συσχετίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συσχετίσει | είχες συσχετίσει | είχε συσχετίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συσχετίσει / να συσχετίζω / να συσχετίσω | να έχεις συσχετίσει / να συσχετίζεις / να συσχετίσεις | να έχει συσχετίσει / να συσχετίζει / να συσχετίσει | να έχουμε συσχετίσει / να συσχετίζουμε / να συσχετίσουμε | να συσχετίζετε / να συσχετίσετε | να συσχετίζουν / να συσχετίζουνε / να συσχετίσουν / να συσχετίσουνε |
| Προστακτική | — | συσχέτιζε / συσχέτισε | — | — | συσχετίζετε / συσχετίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συσχετίστηκασυσχετίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →