Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφαλιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν σφαλίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφαλιστός < μεσαιωνική ελληνική σφαλιστός σφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἀσφαλίζω < αρχαία ελληνική ἀσφαλής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφαλιστόςσφαλιστήσφαλιστό
Γενικήσφαλιστούσφαλιστήςσφαλιστού
Αιτιατικήσφαλιστόσφαλιστήσφαλιστό
Κλητικήσφαλιστέσφαλιστήσφαλιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφαλιστοίσφαλιστέςσφαλιστά
Γενικήσφαλιστώνσφαλιστώνσφαλιστών
Αιτιατικήσφαλιστούςσφαλιστέςσφαλιστά
Κλητικήσφαλιστοίσφαλιστέςσφαλιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →