σφοδρός
•
- που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ορμητικότητα και δύναμη, ισχυρός, βίαιος Βικιλεξικό
- Η χώρα βρισκόταν στις παραμονές ενός μεγάλου κινδύνου, του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ενός αληθινού αφρικανικού σιμούν, που επρόκειτο ύστερα από ένα μήνα να ενσκήψει σφοδρός και να κατερημώσει την Πελοπόννησο.
- Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)
Ετυμολογία
σφοδρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφοδρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφοδρός | σφοδρή | σφοδρό |
| Γενική | σφοδρού | σφοδρής | σφοδρού |
| Αιτιατική | σφοδρό | σφοδρή | σφοδρό |
| Κλητική | σφοδρέ | σφοδρή | σφοδρό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σφοδροί | σφοδρές | σφοδρά |
| Γενική | σφοδρών | σφοδρών | σφοδρών |
| Αιτιατική | σφοδρούς | σφοδρές | σφοδρά |
| Κλητική | σφοδροί | σφοδρές | σφοδρά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →