σφοδρότητα
•
- το να είναι κάποιος ή κάτι σφοδρό(ς), να εκδηλώνεται με ένταση, η ιδιότητα του σφοδρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφοδρότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σφοδρότης, από την αιτιατική ενικού τὴν σφοδρότητα < σφοδρός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφοδρότητα | σφοδρότητες |
| Γενική | σφοδρότητας | σφοδροτήτων |
| Αιτιατική | σφοδρότητα | σφοδρότητες |
| Κλητική | σφοδρότητα | σφοδρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →