σφουγγαρίζω
•
- καθαρίζω μια επιφάνεια (π.χ. πάτωμα) με σφουγγαρόπανο ή σφουγγαρίστρα που τα έχω βουτήξει σε μείγμα νερού με απορρυπαντικό ή απολυμαντικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφουγγαρίζω < σφουγγάρι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σφουγγαρίζω | σφουγγαρίζεις | σφουγγαρίζει | σφουγγαρίζουμε | σφουγγαρίζετε | σφουγγαρίζουν / σφουγγαρίζουνε |
| Παρατατικός | σφουγγάριζα | σφουγγάριζες | σφουγγάριζε | σφουγγαρίζαμε | σφουγγαρίζατε | σφουγγάριζαν / σφουγγαρίζαν / σφουγγαρίζανε |
| Αόριστος | σφουγγάρισα | σφουγγάρισες | σφουγγάρισε | σφουγγαρίσαμε | σφουγγαρίσατε | σφουγγάρισαν / σφουγγαρίσαν / σφουγγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σφουγγαρίζω / θα σφουγγαρίσω | θα σφουγγαρίζεις / θα σφουγγαρίσεις | θα σφουγγαρίζει / θα σφουγγαρίσει | θα σφουγγαρίζουμε / θα σφουγγαρίσουμε | θα σφουγγαρίζετε / θα σφουγγαρίσετε | θα σφουγγαρίζουν / θα σφουγγαρίζουνε / θα σφουγγαρίσουν / θα σφουγγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σφουγγαρίσει | έχεις σφουγγαρίσει | έχει σφουγγαρίσει | έχουμε σφουγγαρίσει | έχετε σφουγγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σφουγγαρίσει | είχες σφουγγαρίσει | είχε σφουγγαρίσει | είχαμε σφουγγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σφουγγαρίσει / να σφουγγαρίζω / να σφουγγαρίσω | να έχεις σφουγγαρίσει / να σφουγγαρίζεις / να σφουγγαρίσεις | να έχει σφουγγαρίσει / να σφουγγαρίζει / να σφουγγαρίσει | να έχουμε σφουγγαρίσει / να σφουγγαρίζουμε / να σφουγγαρίσουμε | να έχετε σφουγγαρίσει / να σφουγγαρίζετε / να σφουγγαρίσετε | να σφουγγαρίζουν / να σφουγγαρίζουνε / να σφουγγαρίσουν / να σφουγγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σφουγγάριζε / σφουγγάρισε | — | — | σφουγγαρίζετε / σφουγγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →