σφουγγαρίστρα
•
- εργαλείο με το οποίο σφουγγαρίζουμε Βικιλεξικό
- παρωχημένογυναίκα (καθαρίστρια, παραδουλεύτρα) που έχει ως αντικείμενο δουλειάς το σφουγγάρισμα των δαπέδων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφουγγαρίστρα < σφουγγαρίζω + κατάληξη θηλυκού -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφουγγαρίστρα | σφουγγαρίστρες |
| Γενική | σφουγγαρίστρας | σφουγγαριστρών |
| Αιτιατική | σφουγγαρίστρα | σφουγγαρίστρες |
| Κλητική | σφουγγαρίστρα | σφουγγαρίστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →