σφραγιστήριο
•
- δημόσια υπηρεσία όπου σφραγίζονται έγγραφα ή αντικείμενα Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςσφραγίδα με χαραγμένα ιερά σύμβολα για τον άρτο της Θείας Ευχαριστίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφραγιστήριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σφραγιστήρι(ον) (σφραγίδα) + -ο < αρχαία ελληνική σφραγίζω, σφραγισ- (< σφραγίς) + -τήριον > -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφραγιστήριο | σφραγιστήρια |
| Γενική | σφραγιστήριου / σφραγιστηρίου | σφραγιστήριων / σφραγιστηρίων |
| Αιτιατική | σφραγιστήριο | σφραγιστήρια |
| Κλητική | σφραγιστήριο | σφραγιστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →