Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφραγιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σφράγιση ή το σφράγισμα, αναφέρεται σ’ αυτά ή συντελεί σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφραγιστικός < σφραγίζω + -τικός < αρχαία ελληνική σφραγίζω < σφραγίς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφραγιστικόςσφραγιστικήσφραγιστικό
Γενικήσφραγιστικούσφραγιστικήςσφραγιστικού
Αιτιατικήσφραγιστικόσφραγιστικήσφραγιστικό
Κλητικήσφραγιστικέσφραγιστικήσφραγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσφραγιστικοίσφραγιστικέςσφραγιστικά
Γενικήσφραγιστικώνσφραγιστικώνσφραγιστικών
Αιτιατικήσφραγιστικούςσφραγιστικέςσφραγιστικά
Κλητικήσφραγιστικοίσφραγιστικέςσφραγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →