σφυρηλατώ
•
- κυριολεκτικάκατεργάζομαι (μηχανικά ή χειρωνακτικά) κάποιο σφυρηλατήσιμο μέταλλο με σφυρί Βικιλεξικό
- ο σίδηρος μπορεί να σφυρηλατηθεί όταν η περιεκτικότητα άνθρακα δεν υπερβαίνει το 0.05%.
- μεταφορικάδημιουργώ ή διαμορφώνω την προσωπικότητα κάποιου ή τις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα ή σύνολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυρηλατώ < ελληνιστική κοινή σφυρηλατέω / σφυρηλατῶ < αρχαία ελληνική σφῦρα + ἐλαύνω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική forger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σφυρηλατώ | σφυρηλατείς | σφυρηλατεί | σφυρηλατούμε | σφυρηλατείτε | σφυρηλατούν / σφυρηλατούνε |
| Παρατατικός | σφυρηλατούσα | σφυρηλατούσες | σφυρηλατούσε | σφυρηλατούσαμε | σφυρηλατούσατε | σφυρηλατούσαν / σφυρηλατούσανε |
| Αόριστος | σφυρηλάτησα | σφυρηλάτησες | σφυρηλάτησε | σφυρηλατήσαμε | σφυρηλατήσατε | σφυρηλάτησαν / σφυρηλατήσαν / σφυρηλατήσανε |
| Μέλλοντας | θα σφυρηλατήσω / θα σφυρηλατώ | θα σφυρηλατήσεις / θα σφυρηλατείς | θα σφυρηλατήσει / θα σφυρηλατεί | θα σφυρηλατήσουμε / θα σφυρηλατούμε | θα σφυρηλατήσετε / θα σφυρηλατείτε | θα σφυρηλατήσουν / θα σφυρηλατήσουνε / θα σφυρηλατούν / θα σφυρηλατούνε |
| Παρακείμενος | έχω σφυρηλατήσει | έχεις σφυρηλατήσει | έχει σφυρηλατήσει | έχουμε σφυρηλατήσει | έχετε σφυρηλατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σφυρηλατήσει | είχες σφυρηλατήσει | είχε σφυρηλατήσει | είχαμε σφυρηλατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σφυρηλατήσει / να σφυρηλατήσω / να σφυρηλατώ | να έχεις σφυρηλατήσει / να σφυρηλατήσεις / να σφυρηλατείς | να έχει σφυρηλατήσει / να σφυρηλατήσει / να σφυρηλατεί | να έχουμε σφυρηλατήσει / να σφυρηλατήσουμε / να σφυρηλατούμε | να έχετε σφυρηλατήσει / να σφυρηλατήσετε / να σφυρηλατείτε | να σφυρηλατήσουν / να σφυρηλατήσουνε / να σφυρηλατούν / να σφυρηλατούνε |
| Προστακτική | — | σφυρηλάτει / σφυρηλάτησε | — | — | σφυρηλατήστε / σφυρηλατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →