σφυρί
•
- εργαλείο ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα Βικιλεξικό
- παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται: Βικιλεξικό
- στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή
- από προεδρεύοντες σε συνεδριάσεις (δικαστηρίων κοινοβουλίων κ.λπ.) για την επαναφορά στην τάξη
- μουσικήξύλινο εξάρτημα με μάλλινη επένδυση, που χτυπά τη χορδή του πιάνου, έχοντας πάρει εντολή από το πλήκτρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφυρί | σφυριά |
| Γενική | σφυριού | σφυριών |
| Αιτιατική | σφυρί | σφυριά |
| Κλητική | σφυρί | σφυριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →