σχάση
•
- φυσικήη διάσπαση του πυρήνα του ατόμου ενός στοιχείου από την οποία προκύπτουν δύο πυρήνες ελαφρότερων στοιχείων με την ταυτόχρονη απελευθέρωση μεγάλης ποσότητας ενέργειας και ακτινοβολίας (ραδιενέργειας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχάση < ελληνιστική κοινή σχάσις < αρχαία ελληνική σχάζω / σχάω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική fission )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχάση | σχάσεις |
| Γενική | σχάσης | σχάσεων |
| Αιτιατική | σχάση | σχάσεις |
| Κλητική | σχάση | σχάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →