Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύντηξη

/ˈsin.di.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επιστημονικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντήκω Βικιλεξικό
    • Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)

Ετυμολογία

σύντηξη < αρχαία ελληνική σύντηξις < συντήκω < σύν + τήκω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική fusion ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fusion)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύντηξησυντήξεις
Γενικήσύντηξηςσυντήξεων
Αιτιατικήσύντηξησυντήξεις
Κλητικήσύντηξησυντήξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →