σχαροτήγανο
•
- κουζινικάείδος τηγανιού με ραβδωτή επιφάνεια και αντικολλητική επίστρωση ιδανικό γιά ψήσιμο κρέατος, ψαριών, λαχανικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχαροτήγανο < σχάρ(α) + -ο- + τηγάνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχαροτήγανο | σχαροτήγανα |
| Γενική | σχαροτήγανου | σχαροτήγανων |
| Αιτιατική | σχαροτήγανο | σχαροτήγανα |
| Κλητική | σχαροτήγανο | σχαροτήγανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →