τηγάνι
•
- κουζινικάοικιακό σκεύος που χρησιμοποιείται για τηγάνισμα ή σοτάρισμα Βικιλεξικό
- Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)
- αβαθής δεξαμενή που γεμίζεται με θαλασσινό νερό για την παραγωγή αλατιού, το αλοπήγιο Βικιλεξικό
- Ο Νίκος Κορδώσης θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να παίζει στα «τηγάνια», τα αλοπήγια όπου το θαλασσινό νερό εκτίθεται στον ήλιο προκειμένου να στεγνώσει και να μείνει το αλάτι.
- αργκότο γήπεδο Καραϊσκάκη, έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ολυμπιακού Πειραιώς (οι οπαδοί του οποίου έχουν το παρατσούκλι «γάβροι») Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τηγάνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τηγάνιν < ελληνιστική κοινή τηγάνιον, υποκοριστικό του αρχαίου τήγανον → δείτε και τη λέξη τάγηνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τηγάνι | τηγάνια |
| Γενική | τηγανιού | τηγανιών |
| Αιτιατική | τηγάνι | τηγάνια |
| Κλητική | τηγάνι | τηγάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →