σχεδιαστής
•
- επάγγελμακάποιος που κατ’ επάγγελμα δημιουργεί σχέδια ή ασχολείται με τη σχεδίαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχεδιαστής < ελληνιστική κοινή σχεδιαστής < αρχαία ελληνική σχεδιάζω < σχέδιος < σχεδόν < σχεῖν / ἔχω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dessinateur ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική designer )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχεδιαστής | σχεδιαστές |
| Γενική | σχεδιαστή | σχεδιαστών |
| Αιτιατική | σχεδιαστή | σχεδιαστές |
| Κλητική | σχεδιαστή | σχεδιαστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →