σχηματοποιώ
•
- διαμορφώνω κάτι σε ένα συγκεκριμένο σχήμα ή σύστημα, οργανώνω ή απεικονίζω με βάση κάποιο σχήμα ή σχέδιο Βικιλεξικό
- απλουστεύω, απλοποιώ, περιγράφω σχηματικά, τονίζοντας μόνο τα βασικά στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχηματοποιώ < ελληνιστική κοινή σχηματοποιέω / σχηματοποιῶ < αρχαία ελληνική σχημ͂α + ποιέω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική schématiser ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική schematization)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σχηματοποιώ | σχηματοποιείς | σχηματοποιεί | σχηματοποιούμε | σχηματοποιείτε | σχηματοποιούν / σχηματοποιούνε |
| Παρατατικός | σχηματοποιούσα | σχηματοποιούσες | σχηματοποιούσε | σχηματοποιούσαμε | σχηματοποιούσατε | σχηματοποιούσαν / σχηματοποιούσανε |
| Αόριστος | σχηματοποίησα | σχηματοποίησες | σχηματοποίησε | σχηματοποιήσαμε | σχηματοποιήσατε | σχηματοποίησαν / σχηματοποιήσαν / σχηματοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα σχηματοποιήσω / θα σχηματοποιώ | θα σχηματοποιήσεις / θα σχηματοποιείς | θα σχηματοποιήσει / θα σχηματοποιεί | θα σχηματοποιήσουμε / θα σχηματοποιούμε | θα σχηματοποιήσετε / θα σχηματοποιείτε | θα σχηματοποιήσουν / θα σχηματοποιήσουνε / θα σχηματοποιούν / θα σχηματοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω σχηματοποιήσει | έχεις σχηματοποιήσει | έχει σχηματοποιήσει | έχουμε σχηματοποιήσει | έχετε σχηματοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σχηματοποιήσει | είχες σχηματοποιήσει | είχε σχηματοποιήσει | είχαμε σχηματοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σχηματοποιήσει / να σχηματοποιήσω / να σχηματοποιώ | να έχεις σχηματοποιήσει / να σχηματοποιήσεις / να σχηματοποιείς | να έχει σχηματοποιήσει / να σχηματοποιήσει / να σχηματοποιεί | να έχουμε σχηματοποιήσει / να σχηματοποιήσουμε / να σχηματοποιούμε | να έχετε σχηματοποιήσει / να σχηματοποιήσετε / να σχηματοποιείτε | να σχηματοποιήσουν / να σχηματοποιήσουνε / να σχηματοποιούν / να σχηματοποιούνε |
| Προστακτική | — | σχηματοποίει / σχηματοποίησε | — | — | σχηματοποιήστε / σχηματοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →