Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχισματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σχίσμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. που έχει αποσχιστεί από την επίσημη εκκλησία κι έχει καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με συνοδική απόφαση Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένουποστηρικτής του σχίσματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχισματικός < μεσαιωνική ελληνική σχισματικός < αρχαία ελληνική σχίσμα < σχίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχισματικόςσχισματικήσχισματικό
Γενικήσχισματικούσχισματικήςσχισματικού
Αιτιατικήσχισματικόσχισματικήσχισματικό
Κλητικήσχισματικέσχισματικήσχισματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχισματικοίσχισματικέςσχισματικά
Γενικήσχισματικώνσχισματικώνσχισματικών
Αιτιατικήσχισματικούςσχισματικέςσχισματικά
Κλητικήσχισματικοίσχισματικέςσχισματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →