Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχιστολιθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σχιστόλιθο, προέρχεται απ’ αυτόν ή αποτελείται από σχιστόλιθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχιστολιθικός < σχιστόλιθος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιστολιθικόςσχιστολιθικήσχιστολιθικό
Γενικήσχιστολιθικούσχιστολιθικήςσχιστολιθικού
Αιτιατικήσχιστολιθικόσχιστολιθικήσχιστολιθικό
Κλητικήσχιστολιθικέσχιστολιθικήσχιστολιθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχιστολιθικοίσχιστολιθικέςσχιστολιθικά
Γενικήσχιστολιθικώνσχιστολιθικώνσχιστολιθικών
Αιτιατικήσχιστολιθικούςσχιστολιθικέςσχιστολιθικά
Κλητικήσχιστολιθικοίσχιστολιθικέςσχιστολιθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →