σχιστολιθικός
•
- που έχει σχέση με τον σχιστόλιθο, προέρχεται απ’ αυτόν ή αποτελείται από σχιστόλιθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχιστολιθικός < σχιστόλιθος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχιστολιθικός | σχιστολιθική | σχιστολιθικό |
| Γενική | σχιστολιθικού | σχιστολιθικής | σχιστολιθικού |
| Αιτιατική | σχιστολιθικό | σχιστολιθική | σχιστολιθικό |
| Κλητική | σχιστολιθικέ | σχιστολιθική | σχιστολιθικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σχιστολιθικοί | σχιστολιθικές | σχιστολιθικά |
| Γενική | σχιστολιθικών | σχιστολιθικών | σχιστολιθικών |
| Αιτιατική | σχιστολιθικούς | σχιστολιθικές | σχιστολιθικά |
| Κλητική | σχιστολιθικοί | σχιστολιθικές | σχιστολιθικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →