σχολειαρόπαιδο
•
- οικείομαθητούδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολειαρόπαιδο < σχολείο + -ο- + παιδί + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολειαρόπαιδο | σχολειαρόπαιδα |
| Γενική | σχολειαρόπαιδου | σχολειαρόπαιδων |
| Αιτιατική | σχολειαρόπαιδο | σχολειαρόπαιδα |
| Κλητική | σχολειαρόπαιδο | σχολειαρόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →