Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχολιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σχολιαστή ή σχολιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σχολιαστικός < σχολιαστής + -ικός :: (μαρτυρείται από το 1898)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολιαστικόςσχολιαστικήσχολιαστικό
Γενικήσχολιαστικούσχολιαστικήςσχολιαστικού
Αιτιατικήσχολιαστικόσχολιαστικήσχολιαστικό
Κλητικήσχολιαστικέσχολιαστικήσχολιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσχολιαστικοίσχολιαστικέςσχολιαστικά
Γενικήσχολιαστικώνσχολιαστικώνσχολιαστικών
Αιτιατικήσχολιαστικούςσχολιαστικέςσχολιαστικά
Κλητικήσχολιαστικοίσχολιαστικέςσχολιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →