σόου
•
- θεαματική παράσταση ή παραγωγή με θεατρικά ή/και μουσικοχορευτικά στοιχεία Βικιλεξικό
- παραγωγή στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο με εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, μπαλέτα και τραγούδια Βικιλεξικό
- αργκόεπεισοδιακή σκηνή ή απρόοπτο που αντιμετωπίζεται ως διασκεδαστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σόου < (λόγιο δάνειο) αγγλική show
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →