σύγκληση
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκαλώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκληση < σύγ- + κλήση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική convocation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκληση | συγκλήσεις |
| Γενική | σύγκλησης | συγκλήσεων |
| Αιτιατική | σύγκληση | συγκλήσεις |
| Κλητική | σύγκληση | συγκλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →