συγκαλώ
•
- καλώ ένα σύνολο ανθρώπων σε κάποιο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό (συζήτηση, λήψη απόφασης κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκαλώ < αρχαία ελληνική συγκαλέω / συγκαλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγκαλώ | συγκαλείς | συγκαλεί | συγκαλούμε | συγκαλείτε | συγκαλούν / συγκαλούνε |
| Παρατατικός | συγκαλούσα | συγκαλούσες | συγκαλούσε | συγκαλούσαμε | συγκαλούσατε | συγκαλούσαν / συγκαλούσανε |
| Αόριστος | συγκάλεσα | συγκάλεσες | συγκάλεσε | συγκαλέσαμε | συγκαλέσατε | συγκάλεσαν / συγκαλέσαν / συγκαλέσανε |
| Μέλλοντας | θα συγκαλέσω / θα συγκαλώ | θα συγκαλέσεις / θα συγκαλείς | θα συγκαλέσει / θα συγκαλεί | θα συγκαλέσουμε / θα συγκαλούμε | θα συγκαλέσετε / θα συγκαλείτε | θα συγκαλέσουν / θα συγκαλέσουνε / θα συγκαλούν / θα συγκαλούνε |
| Παρακείμενος | έχω συγκαλέσει | έχεις συγκαλέσει | έχει συγκαλέσει | έχουμε συγκαλέσει | έχετε συγκαλέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγκαλέσει | είχες συγκαλέσει | είχε συγκαλέσει | είχαμε συγκαλέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγκαλέσει / να συγκαλέσω / να συγκαλώ | να έχεις συγκαλέσει / να συγκαλέσεις / να συγκαλείς | να έχει συγκαλέσει / να συγκαλέσει / να συγκαλεί | να έχουμε συγκαλέσει / να συγκαλέσουμε / να συγκαλούμε | να έχετε συγκαλέσει / να συγκαλέσετε / να συγκαλείτε | να συγκαλέσουν / να συγκαλέσουνε / να συγκαλούν / να συγκαλούνε |
| Προστακτική | — | συγκάλει / συγκάλεσε | — | — | συγκαλέστε / συγκαλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →