σύγκλιση
•
- λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα του συγκλίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκλιση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύγκλισις (στενοπορία) < αρχαία ελληνική συγκλίνω < σύγ- + κλί(νω) + -ση, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική convergence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκλιση | συγκλίσεις |
| Γενική | σύγκλισης | συγκλίσεων |
| Αιτιατική | σύγκλιση | συγκλίσεις |
| Κλητική | σύγκλιση | συγκλίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →