σύμμειξη
•
- ανάμειξη, ανακάτωμα, συνένωση (διαφορετικών πραγμάτων μεταξύ τους) Βικιλεξικό
- γλωσσολογίασυνώνυμο του συμφυρμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμμειξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμμ(ε)ιξις / σύμμιξις < συμμ(ε)ίγνυμι (αναμειγνύω μαζί)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμμειξη | συμμείξεις |
| Γενική | σύμμειξης | συμμείξεων |
| Αιτιατική | σύμμειξη | συμμείξεις |
| Κλητική | σύμμειξη | συμμείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →