Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμπλευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συμπλέω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάταύτιση απόψεων, υιοθέτηση κοινής πορείας και στρατηγικής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμπλευση μαρτυρείται από το 1854 στον Π. Χιώτη στην καθαρεύουσα (σύμπλευσις) < συμπλέω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύμπλευσησυμπλεύσεις
Γενικήσύμπλευσηςσυμπλεύσεων
Αιτιατικήσύμπλευσησυμπλεύσεις
Κλητικήσύμπλευσησυμπλεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →