ταύτιση
•
- η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η σημερινή ταύτιση των ακροδεξιών σχηματισμών με μια κεντροαριστερή αντιπολίτευση που βιώνει εμφανή κρίση στρατηγικού προσανατολισμού, εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/397685_horotaxikos-aristerohoyntismos#goog_rewarded)
- Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία. Ένας πολιτισμικός κώδικας (τίτλος άρθρου του Ερατοσθένη Καψωμένου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)
- το να ταυτίζεται συναισθηματικά κάποιος με κάποιον άλλον, να μπαίνει στη θέση του και να μοιράζεται τα συναισθήματά του Βικιλεξικό
- η ταύτιση του αναγώστη με τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος
- το να αναγνωρίζει κάποιος ότι ανήκει σε ένα ευρύτερο σύνολο και ενστερνίζεται τους στόχους του Βικιλεξικό
- η ταύτιση των οπαδών με την ποδοσφαιρική τους ομάδα
Ετυμολογία
ταύτιση < (καθαρεύουσα) ταύτισις < ταυτίζω + -σις/-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ταύτιση | ταυτίσεις |
| Γενική | ταύτισης | ταυτίσεων |
| Αιτιατική | ταύτιση | ταυτίσεις |
| Κλητική | ταύτιση | ταυτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →