σύμφαση
•
- αστρονομίαη ταυτόχρονη εμφάνιση (κυρίως για κομήτες ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμφαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμφα(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + φάση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμφαση | συμφάσεις |
| Γενική | σύμφασης | συμφάσεων |
| Αιτιατική | σύμφαση | συμφάσεις |
| Κλητική | σύμφαση | συμφάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →