Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμφαση

/ˈsiɱ.fa.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αστρονομίαη ταυτόχρονη εμφάνιση (κυρίως για κομήτες ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμφαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμφα(σις) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + φάση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύμφασησυμφάσεις
Γενικήσύμφασηςσυμφάσεων
Αιτιατικήσύμφασησυμφάσεις
Κλητικήσύμφασησυμφάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →