σύμφυση
•
- η ένωση σ’ ένα ενιαίο σώμα με φυσικό τρόπο Βικιλεξικό
- ανατομίαη ένωση δύο διαφορετικών οστών η δύο διαφορετικών τμημάτων του ίδιου οστού Βικιλεξικό
- ιατρικήη συνένωση ή συγκόλληση τμημάτων δύο διπλανών σωματικών οργάνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμφυση < αρχαία ελληνική σύμφυσις < συμφύω < φύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰuH
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμφυση | συμφύσεις |
| Γενική | σύμφυσης | συμφύσεων |
| Αιτιατική | σύμφυση | συμφύσεις |
| Κλητική | σύμφυση | συμφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →