σύμφωνο
•
- γλωσσολογίαφθόγγος που παράγεται από το στένεμα ή τη φραγή του αέρα από τα φωνητικά όργανα Βικιλεξικό
- Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω. (Στέλιος Μάινας, Τα φαινόμενα απατούν, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- Κάθε ανθρώπινη γλώσσα έχει τα δικά της σύμφωνα. Στα κοινά νέα ελληνικά υπάρχουν περίπου 27 σύμφωνα, ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης (αδιαμφισβήτα σύμφωνα ή και τα αλλόφωνα).
- Αναλυτικά, τα σύμφωνα της κοινής νέας ελληνικής είναι: - στο λήμμα φωνήεν-σύμφωνο - Γλωσσάρι όρων γλωσσολογίας που χρησιμοποιούνται στα σχολικά εγχειρίδια. - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γραμματικήσύμβολο για συμφωνικό φθόγγο Βικιλεξικό
- τα σύμφωνα του νεότερου ελληνικού αλφαβήτου είναι 17 κεφαλαία (Β, Γ, Δ, Ζ, Θ, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Π, Ρ, Σ, Τ, Φ, Χ, Ψ) και 18 πεζά (β, γ, δ, ζ, θ, κ, λ, μ, ν, ξ, π, ρ, σ & ς, τ, φ, χ, ψ) Τα συμπλέγματά τους είναι 6 (μπ, ντ, γκ, γγ, τσ, τζ)
- τα κεφαλαία σύμφωνα του βασικού νεότερου λατινικού αλφαβήτου είναι 18 (B, C, D, F, G, J, K, L, M, N, P, Q, R, S, T, U, X, Z) και επιπλέον το W και το Υ
- πολιτικήσυμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών Βικιλεξικό
- Σύμφωνο της Βαρσοβίας
- παραβιάζεται το σύμφωνο μη επιθέσεως
Ετυμολογία
σύμφωνο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμφωνον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του αρχαίου σύμφωνος < σύν (σύμ-) + φων(ή) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμφωνο | σύμφωνα |
| Γενική | συμφώνου / σύμφωνου | συμφώνων |
| Αιτιατική | σύμφωνο | σύμφωνα |
| Κλητική | σύμφωνο | σύμφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →