σύνολος
•
- αρχαιοπρεπέςολόκληρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνολος < αρχαία ελληνική σύνολος < συν- + ὅλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνολος | σύνολη / σύνολος | σύνολο |
| Γενική | συνόλου / σύνολου | συνόλου / σύνολης | συνόλου / σύνολου |
| Αιτιατική | σύνολο | σύνολη / σύνολο | σύνολο |
| Κλητική | σύνολε | σύνολε / σύνολη | σύνολο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνολοι | σύνολες / σύνολοι | σύνολα |
| Γενική | συνόλων / σύνολων | συνόλων / σύνολων | συνόλων / σύνολων |
| Αιτιατική | συνόλους / σύνολους | συνόλους / σύνολες | σύνολα |
| Κλητική | σύνολοι | σύνολες / σύνολοι | σύνολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →