Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύνολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςολόκληρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύνολος < αρχαία ελληνική σύνολος < συν- + ὅλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύνολοςσύνολη / σύνολοςσύνολο
Γενικήσυνόλου / σύνολουσυνόλου / σύνοληςσυνόλου / σύνολου
Αιτιατικήσύνολοσύνολη / σύνολοσύνολο
Κλητικήσύνολεσύνολε / σύνολησύνολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύνολοισύνολες / σύνολοισύνολα
Γενικήσυνόλων / σύνολωνσυνόλων / σύνολωνσυνόλων / σύνολων
Αιτιατικήσυνόλους / σύνολουςσυνόλους / σύνολεςσύνολα
Κλητικήσύνολοισύνολες / σύνολοισύνολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →