σύνολο
•
- η συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων Βικιλεξικό
- μαθηματικάη συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα Βικιλεξικό
- η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
- γραμματικήτο λεκτικό σύνολο : η ενότητα λέξεων πολύ στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους· συχνά δημιουργούν σύνθετες λέξεις Βικιλεξικό
- το παράδειγμα λεκτικού συνόλου: μικρά πράγματα > σύνθετη λέξη: μικροπράγματα
- όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα Βικιλεξικό
- η απαγόρευση των κινητών αφορά στο σύνολο των μαθητών
- το σύνολο του εκλογικού σώματος εναντιώνεται στο μνημόνιο
- Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
- το άθροισμα ομοειδών Βικιλεξικό
- το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
- ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί Βικιλεξικό
- φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο
Ετυμολογία
σύνολο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνολον (ολόκληρο, πλήρες) : για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ensemble ή totalité
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνολο | σύνολα |
| Γενική | συνόλου / σύνολου | συνόλων |
| Αιτιατική | σύνολο | σύνολα |
| Κλητική | σύνολο | σύνολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →