Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύνολο

/ˈsi.no.lo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η συλλογή διαφορετικών υλικών ή νοητών αντικειμένων Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάη συλλογή στοιχείων που είναι απολύτως διακριτά μεταξύ τους αλλά που αξιωματικά θεωρούμε ως μία ολότητα ή ενότητα Βικιλεξικό
    • η θεωρία συνόλων βρίσκεται στη βάση των σύγχρονων μαθηματικών
  3. γραμματικήτο λεκτικό σύνολο : η ενότητα λέξεων πολύ στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους· συχνά δημιουργούν σύνθετες λέξεις Βικιλεξικό
    • το παράδειγμα λεκτικού συνόλου: μικρά πράγματα > σύνθετη λέξη: μικροπράγματα
  4. όλα τα μέλη μιας ομάδας μηδενός εξαιρουμένου, το όλον, η ολοκληρία, η ολότητα Βικιλεξικό
    • η απαγόρευση των κινητών αφορά στο σύνολο των μαθητών
    • το σύνολο του εκλογικού σώματος εναντιώνεται στο μνημόνιο
    • Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
  5. το άθροισμα ομοειδών Βικιλεξικό
    • το σύνολο των οφειλών μας είναι τεράστιο
  6. ένα σύνολο από έπιπλα, ρούχα, διακοσμητικά στοιχεία ή καλλιτεχνήματα που ταιριάζουν αρμονικά όλα μαζί Βικιλεξικό
    • φόραγε ένα πολύ ωραίο σύνολο

Ετυμολογία

σύνολο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνολον (ολόκληρο, πλήρες) : για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ensemble ή totalité

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύνολοσύνολα
Γενικήσυνόλου / σύνολουσυνόλων
Αιτιατικήσύνολοσύνολα
Κλητικήσύνολοσύνολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →