σύσκιος
•
- πολύ σκιερός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύσκιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύσκιος < (σύν) σύ- + -σκιος (σκιά). Δείτε και τη μεσαιωνική ἥσκιος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύσκιος | σύσκια | σύσκιο |
| Γενική | σύσκιου | σύσκιας | σύσκιου |
| Αιτιατική | σύσκιο | σύσκια | σύσκιο |
| Κλητική | σύσκιε | σύσκια | σύσκιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύσκιοι | σύσκιες | σύσκια |
| Γενική | σύσκιων | σύσκιων | σύσκιων |
| Αιτιατική | σύσκιους | σύσκιες | σύσκια |
| Κλητική | σύσκιοι | σύσκιες | σύσκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →