τάβλα
•
- σανίδα (σχετικά χοντρή) Βικιλεξικό
- Απάνω στο εικονοστάσι, είναι βαλμένο, στη μέση ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένιο χέρι μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της Αγίας Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα. (Μενέλαος Καραγκιόζης, Ελληνική Ποίηση, 2018, αναφορά στο: Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο, Εκδ. Ακρίτας)
- δημοτικήτραπέζι (σχετικά χαμηλό και στενόμακρο) Βικιλεξικό
- Τα δημοτικά τραγούδια της τάβλας τραγουδιούνταν από την παρέα στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού.
- (συμποτικά επιτραπέζια δημοτικά τραγούδια)
- Καθ' ἥν στιγμήν στρώνουν την τάβλα τραγουδοῦσι τὸ ἑξῆς : Μπᾶ Χριστὲ καὶ τί μ' ἀρέσει, τοῦ καλοῦ γαμπροῦ ἡ τάβλα, ποῦ ναι ὄμορφα στρωμένη καὶ καλὰ τραπεζωμένη. Τὰ μεσσάλι' ἀπὸ μετάξι, καὶ στρωμένα μὲ τὴν τάξη, καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια. (Ευστ. Γ. Πολίτης, Ο Γάμος εν Λευκάδι, στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, Αθήνα, τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1909, σελ. 317 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/NiwMAAAAIAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%84%CE%AC%CE%B2%CE%BB%CE%B1&pg=PA317&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
τάβλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τάβλα (όπως στη σημασία: τραπέζι για ζάρια) < λατινική tabula :* Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τάβλα | τάβλες |
| Γενική | τάβλας | ταβλών |
| Αιτιατική | τάβλα | τάβλες |
| Κλητική | τάβλα | τάβλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →